ἀγαπητός

ἀγαπητός, ή, όν возлюбленный (напр., ἑν Κυρίω во Господе)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀγαπητός" в других словарях:

  • Ἀγαπητός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπητός — that wherewith one must be content masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγαπητός — (agapetes).Γένος θάμνων των Ιμαλαΐων και της Αυστραλίας. Ανήκει στην οικογένεια των ερεικιδών. Τα είδη του γένους αυτού ευδοκιμούν κυρίως σε δασικές εκτάσεις με πλούσιο χούμο, σε υψόμετρο 1.000 έως 2.000 μ. Τα φύλλα τους είναι οδοντωτά με μικρό… …   Dictionary of Greek

  • αγαπητός — [агапитос] επ. любимый, дорогой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγαπητός — ή, ό άξιος για αγάπη, προσφιλής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγαπητά — ἀγαπητός that wherewith one must be content neut nom/voc/acc pl ἀγαπητά̱ , ἀγαπητός that wherewith one must be content fem nom/voc/acc dual ἀγαπητά̱ , ἀγαπητός that wherewith one must be content fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπητῶν — ἀγαπητός that wherewith one must be content fem gen pl ἀγαπητός that wherewith one must be content masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπητόν — ἀγαπητός that wherewith one must be content masc acc sg ἀγαπητός that wherewith one must be content neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγαπητότατον — ἀγαπητός that wherewith one must be content masc acc superl sg ἀγαπητός that wherewith one must be content neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κανακάρης, -ισσα, -ικο — αγαπητός, χαϊδεμένος, μοναχογιός: Τον έχουν κανακάρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγαπηταῖς — ἀγαπητός that wherewith one must be content fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.